Η βιβλιογραφία και οι βιβλιογραφικές παραπομπές δεν είναι ένα «τυπικό» κομμάτι στο τέλος της προπτυχιακής εργασίας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο δείχνεις ότι γνωρίζεις το πεδίο, ότι έχεις διαβάσει σοβαρά κείμενα και ότι δεν παρουσιάζεις ιδέες χωρίς τεκμηρίωση. Με απλά λόγια: το πώς χρησιμοποιείς τις πηγές σου είναι μέρος της αξιολόγησης, όχι διακοσμητικό.
Ας ξεκινήσουμε με τις βασικές έννοιες.
Ως «βιβλιογραφία» θεωρούμε τη συγκεντρωτική λίστα των πηγών που αξιοποιήθηκαν πραγματικά για τη συγγραφή της εργασίας. Δηλαδή: βιβλία, άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους, εκθέσεις οργανισμών κ.λπ. Αν, για παράδειγμα, έχεις διαβάσει το βιβλίο του Le Goff για τους διανοουμένους του Μεσαίωνα και έχεις ενσωματώσει τα επιχειρήματά του στην ανάλυσή σου, τότε αυτό το βιβλίο πρέπει να εμφανίζεται στη βιβλιογραφία στο τέλος της εργασίας. Αν δεν το χρησιμοποίησες (δεν το άνοιξες καν), δεν έχει θέση εκεί. Η βιβλιογραφία πρέπει να αντικατοπτρίζει τι διάβασες, όχι τι «θα έπρεπε ιδανικά να έχει διαβάσει κανείς».
Οι «βιβλιογραφικές παραπομπές», αντίθετα, λειτουργούν μέσα στο κείμενο. Είναι τα σημεία όπου δηλώνεις από πού προέρχεται μια πληροφορία ή ένα επιχείρημα. Αυτό γίνεται είτε με υποσημείωση στο κάτω μέρος της σελίδας είτε με μια σύντομη αναφορά σε παρένθεση. Σκοπός της παραπομπής είναι διπλός: (α) δίνεις στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ελέγξει τι λες και (β) ξεκαθαρίζεις τι ανήκει στη βιβλιογραφία που συμβουλεύτηκες και τι είναι δικό σου σχόλιο.
Παράδειγμα χωρίς παραπομπή:
«Η Καρολίγγεια Αναγέννηση του 9ου αιώνα οδήγησε σε συστηματική αναβάθμιση της εκπαίδευσης στην Ευρώπη.»
Αν το αφήσεις έτσι, ο αναγνώστης μπορεί να ρωτήσει: αυτό το συμπέρασμα είναι δικό σου ή το πήρες από κάπου;
Παράδειγμα με παραπομπή:
«Η λεγόμενη Καρολίγγεια Αναγέννηση του 9ου αιώνα συνδέθηκε με μια συνειδητή προσπάθεια τυποποίησης της εκπαίδευσης και της γραφής στα μοναστικά και επισκοπικά σχολεία (Lindberg, 1997, σ. 84).»
Στο δεύτερο παράδειγμα, είναι σαφές ότι η συγκεκριμένη διατύπωση βασίζεται σε συγκεκριμένο συγγραφέα. Αυτό σε προστατεύει από την κατηγορία της λογοκλοπής και ταυτόχρονα ενισχύει την αξιοπιστία σου. Δεν «απλώς το λες», το στηρίζεις.
Ένα συχνό ερώτημα είναι: πότε χρειάζεται να βάζω παραπομπή;
Ένας πρακτικός κανόνας είναι ο εξής: κάθε φορά που γράφεις κάτι που δεν είναι είτε (α) γενικά αναγνωρισμένο ως κοινή γνώση είτε (β) αποκλειστικά δική σου ανάλυση, τότε πρέπει να παραπέμπεις. Για παράδειγμα, το «Η Γαλλική Επανάσταση ξεκίνησε το 1789» δεν χρειάζεται παραπομπή· είναι ιστορικό γεγονός πολύ γνωστό. Αν όμως γράψεις «Η Γαλλική Επανάσταση γεννήθηκε και ως απάντηση στην κρίση δημόσιου χρέους του γαλλικού κράτους», τότε αυτό είναι ερμηνεία. Για να το στηρίξεις σωστά, χρειάζεσαι πηγή. Στο κείμενο θα μπορούσε να εμφανιστεί ως: «… (Doyle, 2001, σ. 112-113).»
Εκτός από την παρενθετική μορφή (Επώνυμο, Έτος, Σελίδα), υπάρχει και η μορφή υποσημειώσεων. Αυτή είναι συνηθισμένη στις ανθρωπιστικές σπουδές και στην ιστορία. Σε αυτή την περίπτωση, στο τέλος της πρότασης βάζεις έναν μικρό αριθμό και στο κάτω μέρος της σελίδας γράφεις, για παράδειγμα:
-
Jacques Le Goff, Οι διανοούμενοι του Μεσαίωνα (Αθήνα: Κέδρος, 2002), σ. 45-46.
Η λογική είναι η ίδια: ο αναγνώστης βλέπει από πού αντλείς το συγκεκριμένο σημείο. Η διαφορά είναι καθαρά τυπική (πού εμφανίζεται η πληροφορία: κάτω στη σελίδα ή σε παρένθεση στο σώμα του κειμένου). Αν το τμήμα σου έχει ήδη δώσει οδηγίες, τις ακολουθείς ακριβώς. Αν δεν έχει, το πιο σημαντικό πράγμα δεν είναι ποιο σύστημα θα διαλέξεις αλλά η συνέπεια: επέλεξες υποσημειώσεις; Τότε όλες οι παραπομπές σου πρέπει να είναι υποσημειώσεις. Επέλεξες παρενθετικές αναφορές τύπου (Επώνυμο, Έτος); Τότε μείνε σε αυτό μέχρι το τέλος.
Ένα άλλο σημείο που επηρεάζει άμεσα τη βαθμολογία (και συχνά υποτιμάται) είναι η ποιότητα των πηγών. Δεν έχουν όλα τα κείμενα το ίδιο βάρος. Ένα άρθρο δημοσιευμένο σε επιστημονικό περιοδικό με αξιολόγηση (peer review) θεωρείται ισχυρότερο επιχείρημα από ένα ανώνυμο blog. Ένα πανεπιστημιακό εγχειρίδιο θεωρείται πιο σοβαρό από ένα τυχαίο σημείωμα σε μια ιστοσελίδα σημειώσεων. Αν γράφεις εργασία για τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας τον 19ο αιώνα και αντλείς σχεδόν αποκλειστικά από ένα γενικό εκπαιδευτικό site, αυτό φαίνεται στο τελικό κείμενο. Αντίθετα, αν αξιοποιείς έναν ιστορικό που έχει ασχοληθεί ειδικά με το θέμα και δίνεις σαφή παραπομπή («βλ. επίσης Hobsbawm, 1992, σ. 34-39»), ο διδάσκων βλέπει ότι έχεις σταθεί πάνω σε υπάρχουσα έρευνα και όχι σε εντυπώσεις.
Αυτό μας οδηγεί σε κάτι πρακτικό: η βιβλιογραφία δεν μπαίνει στο τέλος «για να γεμίσει σελίδες». Μπαίνει ώστε κάποιος τρίτος να μπορεί, αν θέλει, να ακολουθήσει το νήμα που ακολούθησες εσύ. Ιδανικά, η βιβλιογραφία στο τέλος της εργασίας σου θα είναι ταξινομημένη αλφαβητικά, με βάση το επώνυμο του συγγραφέα. Για παράδειγμα:
Le Goff, J. (2002). Οι διανοούμενοι του Μεσαίωνα. Αθήνα: Κέδρος.
Lindberg, D. (1997). Οι απαρχές της δυτικής επιστήμης. Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Ε.Μ.Π.
Αυτού του τύπου η παράθεση δείχνει ότι γνωρίζεις πώς «στέκεται» μια πανεπιστημιακή εργασία: οι πηγές σου δεν είναι απλώς μέσα στο κείμενο, αλλά συγκεντρώνονται και με σαφή μορφοποίηση στο τέλος. Στην πράξη, αυτό διευκολύνει και εσένα. Αν σε ρωτήσουν «από πού πήρες αυτό το στοιχείο για την εκπαίδευση στον Καρλομάγνο;», δεν χρειάζεται να ψάχνεις πανικόβλητα στο Word. Η απάντηση θα βρίσκεται στην εργασία σου ήδη.
Τέλος, υπάρχει ένα σημείο που έχει περισσότερο παιδαγωγικό χαρακτήρα παρά «τεχνικό». Η σωστή χρήση βιβλιογραφίας δηλώνει ότι δεν αντιγράφεις άκριτα, αλλά ότι συνομιλείς με τα κείμενα. Άλλο πράγμα να γράψεις: «Η κρίση του φεουδαλικού μοντέλου τον 14ο αιώνα οφείλεται σε πολλαπλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η δημογραφική κατάρρευση και η ενίσχυση των κεντρικών μοναρχιών.» Αυτό είναι διατύπωση, αλλά δεν ξέρουμε από πού προέρχεται. Και άλλο να γράψεις: «Η κρίση του φεουδαλικού μοντέλου τον 14ο αιώνα δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν μόνο παράγοντα· οι ερευνητές τονίζουν τόσο τις δημογραφικές απώλειες από τους λοιμούς όσο και την ταυτόχρονη ενίσχυση της βασιλικής διοίκησης (Le Goff, 2002, σ. 138-141).» Στη δεύτερη περίπτωση φαίνεται ότι γνωρίζεις τη σχετική συζήτηση και ότι δεν παρουσιάζεις τις ερμηνείες των ιστορικών ως δική σου αυτονόητη διατύπωση.
Με άλλα λόγια, οι παραπομπές δεν είναι «τιμολόγια» που κόβεις για να είσαι τυπικός. Είναι η χαρτογράφηση του πού στηρίζεται κάθε κομμάτι της σκέψης σου. Όταν αυτό λειτουργεί σωστά, η εργασία σου κερδίζει δύο πράγματα μαζί: αξιοπιστία και καθαρότητα. Και αυτά είναι τα δύο στοιχεία που, σχεδόν πάντα, ξεχωρίζουν μια καλή προπτυχιακή εργασία από ένα απλώς «σωστό κείμενο».

Αφήστε μια απάντηση